Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μηχανική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μηχανική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Ορθό-δομώντας στο Ρέθυμνο …

Η «ορθή» δόμηση, αποτελεί τη συνιστώσα της ασφαλούς, της  αρχιτεκτονικά εναρμονισμένης με τη δομική κληρονομιά ενός τόπου και της βιώσιμης περιβαλλοντικά, δόμησης. Είναι σαφές, λοιπόν, ότι το περιβάλλον μιας κατασκευής, αποτελεί καθοριστική παράμετρο για τον τρόπο που αυτή θα δομηθεί.
Η Κρήτη αποτελεί τόπο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που στα πλαίσια του διαδραστικού χαρακτήρα περιβάλλον – κατοικία, δε θα μπορούσαν να αφήσουν ανεπηρέαστη τη μορφολογία και τον τρόπο λειτουργίας κάθε κτήριο-δομής στο νησί. Ιδιαίτερα γεωλογικά φαινόμενα, πλούσια πολιτιστική κληρονομιά και  ασυνήθιστες κλιματολογικές συνθήκες, συνθέτουν τα κυριότερα χαρακτηριστικά του τυπικού Κρητικού «οικοπέδου».
Γεωλογικά χαρακτηριστικά του υπεδάφους της περιοχής (ρήγματα), προκαλούν, συχνά, μικρές σεισμικές δονήσεις και σπανιότερα, αλλά με σημαντικές συνέπειες, δονήσεις, με υψηλές εδαφικές επιταχύνσεις, απειλώντας άμεσα τις κατασκευές και έμμεσα την δραστηριότητα του τόπου. Η ασφάλεια των κατασκευών μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οριζόμενη αυστηρά από τους νόμους της Μηχανικής, εκπεφρασμένων από τους ευρώ-κώδικες πλέον και τα εθνικά προσαρτήματα αυτών, περιγράφει δομές με «κανονικές» σε σχήμα κατόψεις, αποτρέπει το μελετητή από την αύξηση του όγκου ενός κτηρίου ανεβαίνοντας σε υψηλότερες στάθμες και πολλές φορές (σε ψηλά κτήρια) επιβάλει μικρά σε πλάτος ανοίγματα-κουφώματα, λόγω της απαίτησης για μεγάλου μήκους υποστυλώματα περιμετρικά του κτηρίου. Σημαντική, παρόλαυτα, είναι η επίδραση της απαίτησης, για ασφαλείς κατασκευές, σε περιπτώσεις αναπαλαιώσεων – ενισχύσεων υφιστάμενων κατασκευών, όπου συχνά οι επεμβάσεις, απαιτούν εξειδικευμένους χειρισμούς από τους μελετητές- κατασκευαστές. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η παράμετρος της «ασφάλειας των κατασκευών», θεμελιώδης παράμετρος της «ορθής» δόμησης, αποτελεί, τον κατ’ εξοχή περιοριστικό παράγοντα,  κατά την μελέτη των κατασκευών.
Η πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά της πόλης, σύζευξη πολλών διαφορετικών πολιτισμικών στοιχείων, σε συνδυασμό με την ανάγκη διατήρησης του χαρακτήρα της πόλης, σχεδόν επιβάλει χαμηλά κτίσματα, περιορισμένου όγκου και μέσα σε ένα ευρύτερο πολεοδομικό χάρτη με καθορισμένες ήπιες χρήσεις γης. Εμπορικά κέντρα, πολυώροφα παραθαλάσσια κτίσματα ή και τουριστικά θέρετρα, σαφέστατα δεν είναι αρχιτεκτονικά στοιχεία που μπορούν να εναρμονιστούν με το χαρακτήρα της πόλης (ή και των πολιτών αν θεωρήσουμε και όχι καθ’ υπερβολή, ότι αυτά ταυτίζονται).
Τέλος, οι κλιματολογικές συνθήκες στο νησί, ήπιοι χειμώνες, θερμά και με μέτριους έως ισχυρούς ανέμους καλοκαίρια, αλλά και υψηλοί δείκτες ηλιοφάνειας  καθ όλη τη διάρκεια του έτους, αποτελούν ιδιαίτερα σημαντικό παράγοντα προκειμένου την επίτευξη «ορθής» δόμησης στην πόλη του Ρεθύμνου. Κτήρια προσανατολισμένα στην κάλυψη των αναγκών τους για ψύξη, περισσότερο, και λιγότερο για θέρμανση, αλλά και με κύριο στόχο την όσο το δυνατόν χρησιμοποίηση, των εκ προελεύσεως ανεξάντλητων πηγών ενέργειας (ήλιος, αέρας), που εν’ αφθονία «υπάρχουν» στο νησί, θα ήταν χρήσιμο να αποτελέσουν τους βασικούς άξονες για την δόμηση φιλικών προς το περιβάλλον κτηρίων. Ιδιαίτερη έμφαση σε αυτή τη παράμετρο, καλό είναι να δοθεί, σε ξενοδοχεία ή άλλους χώρους φιλοξενίας, όπου τους καλοκαιρινούς μήνες υποδέχονται πληθυσμό  πολλαπλάσιο του αθροίσματος των μόνιμων κατοίκων της πόλης.
Η «ορθή» δόμηση, όσο κι αν ηχεί αυστηρός και ενδεχομένως περιοριστικός όρος, μπορεί σαν κίνημα να αποτελέσει μια ολοκληρωμένη αντιμετώπιση των σύγχρονων δομών, κυρίως σε περιοχές με πολυσχιδείς ιδιαιτερότητες όπως αυτή της Κρήτης και του Ρεθύμνου ιδιαίτερα.

Τετάρτη 13 Οκτωβρίου 2010

Ανάδειξη διατηρητέων κτιρίων

Η αρχιτεκτονική μας κληρονομιά, αποτελεί την πιο εντυπωσιακή ψηφίδα στο μωσαϊκό της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Ο δομικός πλούτος (ή ακόμη και η δομική πενία) ,εξέχουσας σημασίας κληροδότημα, αποτελεί το συνδετικό κρίκο του παρόντος με το παρελθόν και συνάμα μια ανεκτίμητη μαρτυρία των οικονομικοπολιτικών συνθηκών παρελθόντων χρόνων.

Μεμονωμένα διατηρητέα κτίρια, οικιστικά σύνολα και παραδοσιακοί οικισμοί, εξαιρετικής ιστορικής, αρχιτεκτονικής και αρχαιολογικής αξίας, αποτελούν το απόθεμα της νεότερης αρχιτεκτονικής κληρονομιάς.

Τα διατηρητέα κτίρια αλλά και αυτά που θα έπρεπε να λογίζονται ως τέτοια, βρίσκονται, δυστυχώς, σε κατάσταση εγκατάλειψης λόγω της αδιαφορίας για το μέλλον τους. Θύματα της αντιπαροχής, κυρίως, αλλά και της ανάγκης για ταχεία και ογκώδη ανοικοδόμηση, τα παραδοσιακά κτίρια, κινδυνεύουν να χαθούν ολοσχερώς, θέτοντας σε κίνδυνο την ιστορική συνέχεια της πόλης, αλλά και δημιουργώντας ένα απρόσωπο και ανώνυμο δομικό περιβάλλον.

Είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίο, να δοθούν από την πολιτεία κίνητρα στους ιδιοκτήτες διατηρητέων κτιρίων, προκειμένου να τα αναδείξουν, διασφαλίζοντας με αυτό τον τρόπo τη χρονική συνέχεια του αρχιτεκτονικού πολιτισμού κάθε τόπου.

Οικονομικά και φορολογικά κίνητρα, όπως η συμμετοχή του κράτους μέσω επιχορηγήσεων ή και έγκρισης χαμηλότοκων δανείων προς τους ιδιοκτήτες διατηρητέων κτιρίων, με σκοπό την κάλυψη των εξόδων αποκατάστασης, σε συνδυασμό με φοροαπαλλαγές για τη μεταβίβαση ή τη διατήρηση τέτοιων κτισμάτων, θα συνέβαλαν σημαντικά στην ανάδειξη των διατηρητέων κτιρίων. Ταυτόχρονα, η διαφύλαξη των αναπτυξιακών δικαιωμάτων μιας διατηρητέας δομής (μέσω του συντελεστή δόμησης) πρέπει να εξασφαλίζεται, είτε μέσω της μεταφοράς του δικαιώματος σε άλλη έκταση, είτε μέσω της αποζημίωσης για την εγκατάλειψη τους (πολεοδομική συνιστώσα των κινήτρων).

Παράλληλα όμως, προκειμένου την αρτιότερη ανάδειξη των διατηρητέων κτιρίων, θα ήταν χρήσιμη η θέσπιση και τήρηση ορισμένων κατασκευαστικών οδηγιών.

Οι νέες προσθήκες (κατά το δυνατόν αναστρέψιμες) πρέπει να σέβονται το παραδοσιακό πλαίσιο του κτιρίου, την ισορροπία της σύνθεσής του, τις σχέσεις του με τον περιβάλλοντα χώρο και ταυτόχρονα πρέπει να διαχωρίζονται από τα αυθεντικά μέρη του, φέροντας τη σφραγίδα της εποχής τους.

Όλες οι επεμβάσεις καλό είναι να έχουν ολοκληρωτικό χαρακτήρα. Η συντήρηση ενός κτιρίου συνεπάγεται τη συντήρηση όλων των στοιχείων του (αρχιτεκτονικών λεπτομερειών, υλικών κατασκευής) προκειμένου να μην αλλοιώνονται οι σχέσεις των όγκων, της μορφής, των υλικών και των χρωμάτων του. Είναι, μάλιστα προτιμότερο, όταν είναι εφικτό, η αποκατάσταση να γίνεται με τη χρήση παραδοσιακών υλικών και μεθόδων κατασκευής.

Τα διατηρητέα κτίρια είναι «κοινό αγαθό» και ξεφεύγουν από τα στενά πλαίσια της ατομικής ιδιοκτησίας. Η ανάδειξη τους είναι υποχρέωση της κοινωνίας, προκειμένου να κληροδοτήσει στις επόμενες γενιές, το δομικό πλούτο του παρελθόντος και να διατηρήσει στοιχεία του δομικού πολιτισμού.

Τετάρτη 29 Σεπτεμβρίου 2010

Ένα «πράσινο κουτί» για την αυθαίρετη δόμηση

Τη μεγαλύτερη παθογένεια στον τομέα των κατασκευών στην Ελλάδα, αποτελεί αναμφίβολα, η αυθαίρετη δόμηση। Η άνευ ή καθ’ υπέρβαση του σχεδιασμού δόμηση, θίγει σαφώς τη μορφή ή και τη χρήση του αστικού και του εξωαστικού χώρου. Δομήματα με περιορισμένη αρχιτεκτονική αισθητική, ανένταχτα χωροταξικά, αλλά κυρίως επικίνδυνα στατικά, φανερώνουν, πρόδηλα, την έλλειψη πλαισίου ελέγχου εφαρμογής του οικοδομικού κανονισμού.
H αυθαίρετη δόμηση, που ταλανίζει τη χώρα μας, δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία। Είναι το αποτέλεσμα, αρχικώς, κοινωνικών αναγκών που διαμορφώθηκαν ύστερα από βίαια ιστορικά γεγονότα (πολεμικές συρράξεις, πρόσφυγες), όπου το κράτος ήταν ανέτοιμο να ικανοποιήσει τις ανάγκες στέγασης μεγάλου αριθμού μετακινούμενων πολιτών. Στη συνέχεια, η στρεβλή ανάπτυξη που ακολουθήθηκε διαιώνισε (και εξακολουθεί να διαιωνίζει) το πρόβλημα, με αποτέλεσμα τη δημιουργία νέων γενεών αυθαιρέτων, τον ακριβή αριθμό των οποίων κανείς δεν γνωρίζει.
Η πολυδαίδαλη και ύποπτα «ανεκτική» νομοθεσία φαίνεται να αντιμετωπίζει τα αυθαίρετα κατασκευάσματα, με εισπρακτικό χαρακτήρα (νομιμοποιήσεις, τακτοποιήσεις, τέλη διατήρησης)। Η αποδοχή της αυθαιρεσίας, υποβαθμίζει την ποιότητα του δομικού πολιτισμού μας και συνάμα θέτει σε κίνδυνο την ασφαλή λειτουργία των κτιρίων.
Η εισαγωγή μεθόδων παρατήρησης, καταγραφής και περιορισμού της αυθαιρεσίας κρίνεται περισσότερο από ποτέ αναγκαία.
Η θέσπιση μέτρων όπως αυτό της ταυτότητας των κτιρίων ή αλλιώς του «πράσινου κουτιού» τόσο σε υφιστάμενα όσο και νέο- ανεγειρόμενα κτίσματα, αποτελεί σαφέστατα κίνηση που θα οδηγήσει στον περιορισμό της αυθαιρεσίας.
Το «πράσινο κουτί», θα πρέπει να περιλαμβάνει τα αρχιτεκτονικά και τα κατασκευαστικά σχέδια της οικοδομής, ενεργειακά πιστοποιητικά αλλά και έντυπα προσεισμικού ελέγχου που ενδεχομένως να απαιτούνται.
Η ανά τακτά χρονικά διαστήματα επιβεβαίωση της τήρησης των σχεδίων, από ανεξάρτητους ιδιώτες μηχανικούς σε συνδυασμό με αυστηρές ποινές, σε περίπτωση διαπίστωσης αυθαιρεσιών, τόσο σε ελεγκτές όσο και ελεγχόμενους, θα πρέπει να συνοδεύουν την έλευση του θεσμού του «πράσινου κουτιού».
Ταυτόχρονα, η σαφέστερη κωδικοποίηση της πολεοδομικής νομοθεσίας, η απλοποίηση των διαδικασιών έκδοσης και παρακολούθησης οικοδομικών αδειών μέσω του θεσμού της ηλεκτρονικής πολεοδομίας (τα σχέδια όλων των κτιρίων θα είναι διαθέσιμα στο διαδίκτυο) αλλά και η δημιουργία «Μητρώου μηχανικών-κατασκευαστών Ιδιωτικών έργων» είναι μέτρα που μπορούν να συμβάλουν στη νόμιμη δόμηση και κατά συνέπεια στη βελτίωση του δομικού περιβάλλοντος.
Η αυθαίρετη δόμηση αποτελεί συνέπεια αυθαίρετων πολιτικών και αυθαίρετων νοοτροπιών και ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπιστεί. Είναι θέμα παιδείας η τήρηση των πολεοδομικών κανονισμών και αντικείμενο άμεσου διαλόγου όλων των εμπλεκομένων φορέων, ο εκσυγχρονισμός τους, προκείμενου η αυθαιρεσία να μην προκύπτει ως κοινωνική ανάγκη.

Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Προσεισμικός έλεγχος κτιρίων-Επιβεβλημένη Ανάγκη

Η αυξημένη σεισμική δραστηριότητα, τόσο σε συχνότητα όσο και σε ένταση, στην Ελλάδα, αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα σχεδιασμού νέων κτιρίων. Επιδρά στη μορφολογία μιας δομής, στην επιλογή των υλικών και στο κόστος της κατασκευής, προτείνει θέσεις και επιβάλει χρήσεις.
Ο αντισεισμικός κανονισμός, που έχει θεσπίσει η επιστημονική κοινότητα από τις αρχές της παρελθούσας δεκαετίας και συνεχώς ενημερώνει, αποτελεί το απόσταγμα μιας μακρόχρονης εμπειρίας στη διαχείριση του σεισμικού κινδύνου. Είναι η βάση για το σχεδιασμό ασφαλέστερων κατασκευών, ικανών να ανταποκριθούν στο σεισμό σχεδιασμού.
Προϋπόθεση αποτελεί, βέβαια, τα κτίρια να έχουν σχεδιαστεί και κατασκευαστεί σύννομα και όχι αυθαίρετα, υπό τη διαρκή επίβλεψη εξειδικευμένων μηχανικών και με εγκεκριμένα, από τους κανονισμούς, υλικά.
Ταυτόχρονα, όμως, μια σεισμική δράση, ούσα αδύνατον να προβλεφθεί, αποτελεί και κριτήριο δοκιμασίας της ικανότητας του υπάρχοντος κτιριακού δυναμικού της χώρας, να ανταποκριθεί χωρίς επιβλαβείς συνέπειες.
Συνέπειες εκτός των προφανών και ιδιάτερα επώδυνων, όπως η απώλεια ανθρώπινων ζωών, οι τραυματισμοί και οι υλικές ζημιές, μπορεί να είναι και η διακοπή της οικονομικής δραστηριότητας, η απαξίωση περιουσιακών στοιχείων , π.χ. ιδιοκτησίας και η απώλεια στοιχείων πολιτιστικής κληρονομιάς.
Ο αρχικός προσεισμικός έλεγχος, είναι κυρίως μη καταστρεπτική μέθοδος αποτίμησης της φέρουσας ικανότητας ενός κτιρίου και του βαθμού τρωτότητάς του, έναντι σεισμικών δράσεων που είναι πιθανόν να εφαρμοστούν σε κάθε περιοχή. Σκοπό έχει, τη μείωση του βαθμού διακινδύνευσης, προτείνοντας λύσεις ενίσχυσης, εφόσον απαιτείται.
Τα κτίρια που η μελέτη κατασκευής τους έχει γίνει πριν το 2000 αλλά κυρίως πριν από το 1985, αποτελούν το δομικό υποσύνολο που φαίνεται να παρουσιάζει τη μεγαλύτερη ανάγκη για να ελεγχθεί. Ο πλημμελής, όπως αποδείχθηκε, καθορισμός της ενδεχόμενης σεισμικής δράσης που προέβλεπαν οι έως τότε κανονισμοί, οδήγησε με βάση νεότερα δεδομένα, στην αλλαγή των ζωνών σεισμικής επικυνδυνότητας αρκετών περιοχών (συμπεριλαμβανομένης και της Κρήτης) λόγω της πιθανότητας εμφάνισης πολύ μεγαλύτερων σεισμών. Η ανάγκαιότητα προσεισμικού ελέγχου, εμφανίζεται να είναι μεγαλύτερη εφόσων στην προαναφερθείσα κατηγορία, προστεθούν παράμετροι όπως η ύπαρξη Pilotis ή άλλων μαλακών ορόφων, το μεγάλο ύψος κατασκευών και η μη κανονικότητα στην κάτοψη.
Χωρίς να έχει όμως σημασία το πότε κατασκευάστηκαν, αυθαίρετα κτίσματα ή κτίσματα με αυθαίρετες και χωρίς εμπεριστατομένο σχεδιασμό προσθήκες ή αλλαγές χρήσης είναι απαραίτητο να ελεγχθούν. Η ύπαρξη ρηγματώσεων σε δομικά στοιχεία ή τυχόν επιβαρύνσεις από προηγούμενους σεισμούς είναι ακόμη ενδείξεις της αναγκαιότητας προσεισμικού ελέγχου από εξειδικευμένους μηχανικούς.
Προτεραιότητα στους ελέγχους, σαφέστατα πρέπει να δοθεί, στα κτίρια υψηλής συνάθροισης ατόμων, στα σχολικά συγκροτήματα, καθώς και στα δημόσια κτίρια κοινής οφελείας και ιδιαίτερα στα νοσοκομεία και τα κτίρια τηλεπικοινωνιών. Όντας κομμάτι της ιστορίας του τόπου, τα χαρακτηρισμένα ως διατηρητέα κτίρια, κατέχουν επίσης σημαντική σειρά προτεραιότητας στη λίστα των προς έλεγχο κτιρίων.
Το κράτος μέσω της τοπικής αυτοδοιήκησης, επικουρούμενο και από το τεχνικό επιμελητήριο και την επιστημονική κοινότητα, οφείλουν άμεσα να ολοκληρώσουν την προσπάθεια για την εκτίμηση της σεισμικής ικανότητας και την αναβάθμιση των προαναφερθέντων κατασκευών.
Παράλληλα ,όμως, πρέπει να ενεργοποιηθούν και οι ιδιώτες. Οι ιδιωτικές κατασκευές δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται, ως δευτερεύουσας σημασίας, κτίρια. Αποτελούν αντικείμενο μεταβιβάσιμο(είτε μονιμα είτε προσωρινα με τη μορφή ενοικίασης), χώρο ενδεχομένως συνάθροισης ατόμων ή φιλοξενίας (π.χ. φροντιστήρια σε πολυκατοικιες, κέντρα διασκέδασης, οίκοι ευγηρείας) και εν γένει τμήμα του δομικού πολιτισμού.
Κάθε ιδιώτης – ιδιοκτήτης, ατομικά, οφείλει να γνωρίζει την στατική επάρκεια των κατασκευών που χρησιμοποιεί για να στεγάσει τις δραστηριότητες του, τόσο τις οικογενειακές όσο και τις επαγγελματικές. Η γνώση αυτή και ο βαθμός διακινδύνευσης είναι απαραίτητα στοιχεία για τον προγραμματισμό τόσο τον οικογενειακό όσο και τον επαγγελματικό. Το χαμηλό κόστος ενός πρωτογενούς προσεισμικού ελέγχου, η ταχύτητα, οι μη καταστρεπτικές μέθοδοι εκτίμησης της σεισμικής ικανότητας ενός κτιρίου,αλλά και ψυχολογικοί παράγοντες όπως η προσφορά αισθήματος ασφάλειας, οφείλουν επίσης να κινητοποιήσουν τους ιδιοκτήτες ή χρηστες των ακινήτων.

Παράλληλα όμως, χρήσιμο θα ήταν, να δοθούν και κίνητρα. Να απλουστευτεί κατά το δυνατόν η έκδοση άδειας, η οποία αφορά τον προσεισμικό έλεγχο και ενίσχυση και να ξεπεραστούν ενδεχόμενα κωλύματα σε αυθαίρετα κτίσματα. Η απαλλαγή τέτοιων μελετών από πρόσθετους φόρους, τέλη καθώς και επιδοτήσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις στους ιδιώτες, είναι ενέργειες που θα έδιναν επίσης μια σημαντική ώθηση.
Το σημαντικότερο όλων ,όμως, είναι η θέσπιση πιστοποιητικού προσεισμικού ελέγχου, μέσα στα πλαίσια ενός «βιβλιαρίου υγείας» της οικοδομής, για όλα τα κτίσματα χωρίς το οποίο, θα είναι αδύνατη η οποιαδήποτε χρήση ή μεταβίβαση ενός ακινήτου.
Ο προσεισμικός έλεγχος κτιρίων δημοσίας και ιδιωτικής χρήσης, οφείλει να είναι ο ακρογωνιαίος λίθος μιας ολοκληρωμένης αντισεισμικής πολιτικής με στόχο την μείωση των επιπτώσεων ενός σεισμού στην ασφάλεια του κοινωνικού συνόλου.Η σπουδαιότητα του για την ομαλή λειτουργία της κοινωνίας είναι και αυτή που πρέπει να οδηγήσει στην επιβολή του.

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Η «πρόκληση» της αειφόρου δόμησης

Η αειφορία, το σύγχρονο ένδυμα της ανάπτυξης, καθιερώνεται σήμερα ως η πιο διαδεδομένη μεθοδολογία δράσεων, για την συγκράτηση της κλιματικής αλλαγής. Δηλώνει μια πολιτική για συνεχή οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη που δεν συνεπάγεται την καταστροφή του περιβάλλοντος και των φυσικών πόρων, όσο αυτό είναι δυνατόν, αλλά αντιθέτως, εγγυάται την ορθολογική βιωσιμότητά τους, εξασφαλίζοντας τις επόμενες γενιές έναντι της περιβαλλοντικής υποβάθμισης.
Η αειφόρος δόμηση είναι ίσως το πιο σημαντικό τμήμα της αειφόρου ή βιώσιμης ανάπτυξης. Επιδιώκει τον περιορισμό των επιπτώσεων στο περιβάλλον, τόσο κατά τη διάρκεια της κατασκευής, όσο και κατά τη διάρκεια της λειτουργίας ενός κτιρίου.
Όλοι οι εμπλεκόμενοι παράγοντες στον τομέα της κατασκευής, πρέπει να συνδυάζουν τις λειτουργικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές και ποιοτικές παραμέτρους για την ανέγερση και την ανακαίνιση κτιρίων και δομημένου περιβάλλοντος. Το προϊόν πρέπει να είναι ανθεκτικό στο χρόνο και λειτουργικό στη χρήση του, προσφέροντας άνετες συνθήκες διαβίωσης και χρήσης, προάγοντας την ευημερία όλων όσοι τα κατοικούν ή τα χρησιμοποιούν. Επίσης πρέπει να επιδιώκεται η αποδοτικότητα ως προς τους πόρους, και κυρίως ως προς την ενέργεια.
Ο σχεδιασμός , αποτελεί παράμετρο με ιδιαίτερα βαρύνουσα σημασία για την επίτευξη της αειφορίας στην κατασκευή κτιρίων. Η εισαγωγή βιοκλιματικών χαρακτηριστικών και στοιχείων ολιστικής αρχιτεκτονικής, μπορεί να οδηγήσει σε ιδιαίτερα φιλικές προς το περιβάλλον και το χρήστη, δομές. Η σωστή χωροθέτηση και ο σωστός προσανατολισμός, η αξιοποίηση των φυσικών πόρων της γεωμορφολογίας και του μικροκλίματος της περιοχής, αποτελούν μάλλον τα σημαντικότερα στοιχεία που πρέπει να ληφθούν υπ’ όψιν κατά το σχεδιασμό.
Κατά τη διάρκεια της κατασκευής θα πρέπει να χρησιμοποιούνται μη τοξικά, φιλικά προς το περιβάλλον υλικά, με δυνατότητα να ανακυκλώνονται ή να αποδομούνται μετά τη χρήση τους. Υλικά με υψηλή βιωσιμότητα και καινοτόμες τεχνολογίες μπορούν να αυξήσουν το χρόνο ζωής της κατασκευής.
Η χρήση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας για την κάλυψη των αναγκών ενός κτιρίου κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του, μπορεί να μειώσει σημαντικά τα επίπεδα της ενέργειας που αντλείται από χρησιμοποίηση πεπερασμένων ορυκτών πόρων.
Τέλος, ο διαρκής έλεγχος της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων, είναι αρκετά σημαντικός για την επίδραση ενός κτιρίου στο περιβάλλον, αλλά και του περιβάλλοντος στο δομικό ιστό μιας κατασκευής.
Η πρόκληση πλέον για τον κλάδο των κατασκευών είναι η μετάβαση σε στρατηγικές, κοινωνικά και περιβαλλοντικά υπεύθυνες, διατηρώντας συγχρόνως την οικονομική πρόοδο. Η αειφόρος δόμηση δεν είναι πανάκεια, μπορεί όμως να αξιοποιηθεί και να αποτελέσει κατευθυντήρια οδηγία για δομές φιλικές προς το περιβάλλον και τον άνθρωπο.

Τετάρτη 8 Σεπτεμβρίου 2010

Χωρίς σχεδιασμό η «εκτός σχεδίου πόλεως» δόμηση

Ο εξωαστικός χώρος, τις τελευταίες δεκαετίες ολοένα και περισσότερο, τείνει να θεωρηθεί ως οικιστική προέκταση των αστικών και περιαστικών ζωνών. Κάθε έκταση γης, οπουδήποτε κι αν βρίσκεται, θεωρείται «οικόπεδο» και κατά συνέπεια οικιστικά αξιοποιήσιμη. Ελλείψει χωροταξικού σχεδιασμού και αυστηρού καθορισμού χρήσεων γης, η ύπαιθρος κατακερματίζεται και αποχαρακτηρίζεται προκείμενου να οικοδομηθεί, σύμφωνα με την «εκτός σχεδίου πόλεως δόμηση». Τα όρια, πλέον, μεταξύ εξωαστικού και περιαστιακού χώρου γίνονται δυσδιάκριτα και χαρακτηρίζονται από μια άμορφη διάχυση και μείξη συχνά, ασύμβατων χρήσεων.
Η ύπαιθρος ,όντας αυτόνομη χωρική ενότητα, δεν αποτελεί απόθεμα γης για την κάλυψη των οικιστικών αναγκών. Οφείλει να εξυπηρετεί τις λειτουργικές ανάγκες της αγροτικής παραγωγής, της διασφάλισης των ορυκτών πόρων , της αναψυχής, της προστασίας χλωρίδας και πανίδας και της σχεδιασμένης οικιστικής ανάπτυξης. Προσθήκη επιπλέον λειτουργίας -εις βάρος των άλλων- και δη αυτή, της άνευ σχεδιασμού και προγράμματος οικιστικής εκμετάλλευσης, δεν νοείται. Ακούγεται ως προβληματική και παράδοξη. Δυστυχώς, την κυριαρχία αυτής της λειτουργίας έχουμε επιλέξει συνειδητά για την ελληνική ύπαιθρο, βαπτίζοντάς την με τον καθόλα νόμιμο, κοινά αποδεκτό, όρο της «εκτός σχεδίου» δόμησης.
Η χωρίς σχέδιο και πρόγραμμα εκμετάλλευση της υπαίθρου, προς δημιουργία κατοικιών ή και ξενοδοχειακών μονάδων, πολλές φορές ακόμη και επιδοτούμενων, βιάζει την πραγματική της λειτουργία και οδηγεί στην άναρχη αστικοποίηση της.Το περιβάλλον υποβαθμίζεται και το φυσικό τοπίο φθείρεται εξαιτίας της έντονης διασποράς ρύπων και της τσιμεντοποίησης, είτε απ ευθείας από την οικοδόμηση είτε από τα παρακολουθήματά της π.χ. νέα δίκτυα υποδομών.
Το έδαφος, ο πεπερασμένος αυτός φυσικός πόρος, μέσω των διαφόρων μορφών δόμησης, στεγανοποιείται (σφραγίζεται) και εκφυλίζεται.H βιοδυναμική του εδάφους μεταλλάσσεται και επιδρά στο μικροκλίμα της περιοχής. Είναι μια μορφή ερημοποίησης, καθώς βασικές λειτουργίες του εδάφους νεκρώνονται. Η σταδιακή ,λοιπόν, εγκατάλειψη της αγροτικής χρήσης περιαστικών περιοχών αλλα και η μη αναστρέψιμη βλάβη ή και εξάντληση φυσικών πόρων είναι άμεση συνέπεια του άναρχου μοντέλου οικιστικής ανάπτυξης της υπαίθρου.
Η «εκτός σχεδίου πόλεως δόμηση», ευνοεί επίσης, την έρπουσα γραμμική δόμηση ποικίλλων δραστηριοτήτων, κατά μήκος βασικών οδικών αξόνων και πέριξ οικισμών, γεγονός, που λειτουργεί, εις βάρος της ασφαλούς διακίνησης, της λειτουργικότητας του χώρου, της μελλοντικής διεύρυνσης των αξόνων, της υγιούς ανάπτυξης οικιστικών, ή νέων παραγωγικών δραστηριοτήτων, όταν απαιτηθεί.
Είναι, λοιπόν, παραπάνω από προφανές, ότι το ιδιόμορφο ελληνικό πολεοδομικό μοντέλο της εκτός σχεδίου δόμησης, απειλεί σοβαρά την ισόρροπη χωρική διάρθρωση, την αισθητική και το περιβάλλον της χώρας.
Η ύπαιθρος πρέπει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αειφόρου ανάπτυξης, προστασιάς και ανάδειξής ώστε να πάψει να θεωρείται απόθεμα του αστικού χώρου.
Η εκτός σχεδίου δόμηση θα ήταν ωφέλιμο να περιοριστεί, τόσο κατ όγκο όσο και κατ έκταση, μέσω της αύξησης των ορίων αρτιότητας, της αύξησης των αποστάσεων δόμησης εκατέρωθεν των βασικών οδών και των αποστάσεων από τις ακτές και τον αιγιαλό, την αύξηση των ορίων κατάτμησης. Ακόμη και η εξ ολοκλήρου απαγόρευση της δόμησης σε περιοχές ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, όπως τα δίκτυα Natura μοίαζει να είναι επιβεβλημένη. Οικονομικά κίνητρα για αγροτική εκμετάλλευση ή ακόμη και αποζημιώσεις για να αποσυρθούν ,μπορούν και πρέπει να δοθούν, σε όλους, όσοι έχουν επενδύσει με σκοπό την κύρια κατοικία , εξαιτίας και της ελλειματικής νομοθεσίας, σε εκτός σχεδίου πόλεως εκτάσεις, προκειμένου να μην απαξιωθούν οι επενδύσεις τους.
Ακόμη όμως κι έτσι, όσο δεν υπάρχουν καθορισμένες χρήσεις γης, χωρικός σχεδιασμός για το σύνολο της ελληνικής επικράτειας,αλλά και σχέδιο ανάπτυξης και ένταξης στο σχέδιο νέων περιοχών, σύμφωνα με τις πραγματικές οικιστικές ανάγκες, ελλοχεύει ο κίνδυνος, της αυθαιρεσίας, της κατ εξαίρεση δόμησης και της περιπτωσιολογιάς με συνέπεια τη συνέχιση της υποβάθμισης της υπαίθρου.
Η εκτός σχεδίου δόμηση απαιτεί σχεδιασμό αυστηρό και επικαιροποιημένο.